Σιμόν Πέρες, το αουτσάιντερ που ήθελε τόσο πολύ να αγαπηθεί

*Του Gideon Levy

Τελικά, παρέμεινε ένα αουτσάιντερ. Στις μέρες που η Palmach, ο ισραηλινός στρατός, οι επιχειρήσεις, οι έφοδοι και η στολή προσδιόριζαν τους ήρωες, ο Σιμόν Πέρες ήταν ένας αντι-ήρωας. Σε ένα κράτος, όπου η υπόνοια ξενικής προφοράς θεωρείτο ντροπιαστική, ο Πέρες, με την γίντις προφορά του,  τη ζακέτα και τη γραβάτα, δεν αντιμετωπιζόταν ως πραγματικός Ισραηλινός. Σε ένα κράτος, το οποίο επινόησε τον νέο Εβραίο- τον γεννημένο στο Ισραήλ, ηλιοκαμένο, στρατιώτη, τολμηρό εξερευνητή-, ήταν ο παλιός Εβραίος, ο Εβραίος της εξορίας. Ήταν οι σφαίρες που ποτέ δε σφύριξαν περνώντας το αυτί του, οι οποίες σφράγισαν τη μοίρα του για πάντα. Σε ένα κράτος, του οποίου την ηγεσία μοιραζόταν επί 3 γενιές, ήταν ένα αιώνιο αουτσάιντερ.

Όπως κάθε αουτσάιντερ, όλη του τη ζωή ποθούσε να ξεφύγει από αυτό το ρόλο. Ήθελε να είναι δημοφιλής, να αρέσει και να αγαπιέται από τους πάντες. Πόσο συγκινητικό ήταν όταν επέμενε να λέει ότι είχε υπηρετήσει ως ενεργός διοικητής Ναυτικού- τον Απρίλιο του 1949 είχε οριστεί «επικεφαλής των ναυτικών υπηρεσιών» για λίγους μήνες. Ίσως γι’ αυτό ανησυχούσε τόσο πολύ για την άμυνα, και αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην ενασχόληση με ζητήματα που άπτονταν της άμυνας, αναγκαία ή όχι.

Πόσο συγκινητικό ήταν όταν, μετά από μια από τις τελευταίες συναντήσεις του με τον Μοσέ Νταγιάν στο σπίτι του στην Τζαχάλα, με ρώτησε στο αυτοκίνητο, με μάτια που έλαμπαν: «Είδες πόση ώρα έκατσε μαζί μου;». O Νταγιάν ήδη βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ασθένειάς του και ο Πέρες ήταν κάποιος, ο οποίος ήδη είχε υπάρξει τα πάντα και θα συνέχιζε να είναι τα πάντα.

Αλλά ο Νταγιάν ήταν ένας ήρωας και γεννημένος στο Ισραήλ, και ο Πέρες δεν ήταν. Ο Γιγκάλ Αλόν και ο Γιτζάκ Ράμπιν, που έμελλε να γίνουν οι πικροί αντίζηλοί του, ήταν επίσης ήρωες και γεννημένοι στο Ισραήλ- και ο Πέρες δεν ήταν. Το ήξεραν και το ήξερε. Πιστεύω πως τους ζήλευε.

Οι ήρωες της γενιάς του δεν τον εκτιμούσαν. Κάποτε ταξίδεψε στην Ταγκανίκα, τη σημερινή Τανζανία, με τον Ράμπιν. Ο Ράμπιν τραβούσε συνέχεια φωτογραφίες με την παλιομοδίτικη κάμερά του και αυτό ενόχλησε τον Πέρες, που δεν είχε κανένα χόμπι πέρα από τη δουλειά του. Ο Πέρες σκέφτηκε ότι εκεί, στη Λίμνη Ταγκανίκα, σπάρθηκαν οι σπόροι του κακού αίματος ανάμεσά τους.

Άλλα η περιφρόνηση που ο Ράμπιν και ο Αλόν ένιωθαν γι’ αυτόν ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αισθανόταν για εκείνους. Άκουσα λέξεις απέχθειας για τον Πέρες, τις οποίες δεν είχα ακούσει από εκείνον γι’ αυτούς. Το αγόρι που ήθελε αγάπη δεν την πήρε. Είναι δύσκολο να σκεφτώ κάποιον, στον οποίο άρεσε εκείνες τις μέρες. Κάποιοι τον θαύμαζαν, αλλά λίγοι τον αγαπούσαν. Το αουτσάιντερ αγαπιόταν κυρίως από το περιθώριο- στο εξωτερικό, τον έβλεπαν ως μια μυθολογική ισραηλινή φυσιογνωμία. Ίσως γι’ αυτό ο Πέρες δεν κέρδισε ποτέ εκλογές εδώ.

Ίσως ήταν η ατέλειωτη λαχτάρα του για αγάπη, που την κράτησε μακριά του. Μετά από κάθε εκλογική συγκέντρωση, στο πιο απομακρυσμένο κομματικό παράρτημα, με μια ντουζίνα ηλικιωμένους αξιωματούχους σε διάφορα στάδια ύπνου, ρωτούσε στο αυτοκίνητο στο δρόμο του γυρισμού αργά τη νύχτα, πριν πέσει για ύπνο: «Πώς τα πήγα;» Χρειαζόταν υποστήριξη τόσο πολύ.

Ίσως ήταν ένα από τα κλειδιά για την κατανόηση του άντρα, που είχε υπάρξει τα πάντα- δεν υπήρξε ανώτερο αξίωμα, το οποίο δεν υπηρέτησε- κι όμως έφτασε στο τέλος του δρόμου του με μια αίσθηση του περίπου, αλλά όχι ακριβώς. Σχεδόν, αλλά όχι ακριβώς αξέχαστος, κρατικός λειτουργός, σχεδόν, αλλά όχι ακριβώς, εθνικός ήρωας, σχεδόν, αλλά όχι ακριβώς, κάποιος που εισήλθε στην ιστορία. Το αουτσάιντερ, το οποίο ήθελε την αγάπη όλων, νόμισε ότι θα τη λάβει μόνο αν τους ευχαριστούσε όλους. Γι’ αυτό και ποτέ δεν έφτασε μέχρι το τέλος, δεν πολέμησε ενάντια στην πλειονότητα, δε στάθηκε κόντρα στον άνεμο και δεν αντιτάχθηκε στους δικούς του.

Νόμιζε πως ο τρόπος να ευχαριστείς ήταν το να συμβιβάζεσαι με τον καθένα, αλλά κατέληξε να μην ευχαριστεί κανένα. Ικανοποίησε την επιθυμία του μόνο στο τελευταίο του αξίωμα- ως πρόεδρος έπρεπε να ευχαριστεί τους πάντες, και σε αντάλλαγμα οι άνθρωποι του έδωσαν αυτό που πάντα ήθελε. Οι καιροί είχαν αλλάξει, οι ήρωες είχαν αλλάξει και μαζί μ’ αυτούς το πνεύμα των καιρών, κι έτσι το αουτσάιντερ επιτέλους έγινε ένας νόμιμος κληρονόμος.

Δούλεψα μαζί του στα σκοτεινά χρόνια της καριέρας του. Αντιμετώπιζε τότε τον Μεναχέμ Μπεγκίν και τον Γιτζάκ Ράμπιν, που τον κακομεταχειρίζονταν εξίσου. Δεν υπήρχε εκείνη την περίοδο κάποιο ίχνος της κατοπινής αγάπης, που έλαβε από τις μάζες- αντιθέτως, του έριχναν σάπιες ντομάτες. Και στεκόταν σαν βράχος ενώπιον της εχθρότητας και της περιφρόνησης. Το αουτσάιντερ που ήθελε τόσο πολύ να αγαπηθεί.

Πηγή: http://www.haaretz.com/opinion/1.742073

Μετάφραση-απόδοση: Γιάννης Κοντός